Γιατί μας ξαφνιάζουν οι καιρικές καταστροφές;

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα των τελευταίων ετών επιβεβαιώνουν ότι δεν μιλάμε πια απλώς για «κλιματική αλλαγή», αλλά για κλιματική κρίση

23 Ιανουαρίου 2026

του/της Θεοφανία Μίγκου

Οι καταστροφικές πλημμύρες στη Θεσσαλία το 2023 –οι χειρότερες στα χρονικά– και οι παρατεταμένοι καύσωνες που έφεραν πρωτοφανείς πυρκαγιές, τα χθεσινά στην Αττική, αναδεικνύουν τη δριμύτητα του προβλήματος.

«Η κλιματική κρίση έρχεται πιο γρήγορα απ’ ό,τι προβλεπόταν», προειδοποίησε πρόσφατα ο Έλληνας υπουργός Περιβάλλοντος, τονίζοντας ότι οι επιπτώσεις της επιταχύνονται.

Οι μεταφορές ως κορυφαίος ρυπαντής
Έρευνες δείχνουν ότι οι μεταφορές συμβάλλουν όσο κανένας άλλος κλάδος στην εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου. Συγκεκριμένα, στην Ευρώπη οι μεταφορές ευθύνονται για περίπου το 1/3 των συνολικών εκπομπών – το μεγαλύτερο μερίδιο από κάθε άλλο τομέα.
Στην Ελλάδα, οι μεταφορές παράγουν περίπου το 23% των εθνικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, αποτελώντας τη δεύτερη μεγαλύτερη πηγή ρύπων μετά τον τομέα της ενέργειας. Μάλιστα, η πλειονότητα των εκπομπών μεταφορών προέρχεται από τα αυτοκίνητα και τα φορτηγά: οι οδικές μετακινήσεις συνεισφέρουν σχεδόν 85% των εκπομπών του ευρύτερου τομέα μεταφορών.

Σε αντίθεση με τα οχήματα, ο
ι υπόλοιποι τομείς της οικονομίας κατορθώνουν να μειώσουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα, όμως οι μεταφορές κινούνται αντίθετα. Στην περίοδο 2013–2023, ο κλάδος «Μεταφορές και αποθήκευση» ήταν ο μόνος στην ΕΕ που αύξησε τις εκπομπές του (+14%), ενώ όλοι οι άλλοι τομείς πέτυχαν μειώσεις. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει την ανθεκτικότητα –ή και αδράνεια– του τομέα των μεταφορών ως προς την απαλλαγή από τον άνθρακα, σε αντίθεση με την ενέργεια ή τη βιομηχανία όπου έχουν γίνει σημαντικά βήματα μείωσης ρύπων.

Γηρασμένος στόλος στην Ελλάδα: Ένα πρόβλημα σε τοπικό επίπεδο

Η Ελλάδα κατέχει θλιβερή πρωτιά στην Ευρώπη ως προς την παλαιότητα των οχημάτων της. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ένωση Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (ACEA), το μέσο επιβατικό ΙΧ στην Ελλάδα είναι περίπου 17,5 ετών – το μεγαλύτερο στην ΕΕ – ενώ το μέσο φορτηγό έχει ηλικία σχεδόν 23 ετών, επίσης τη γηραιότερη στην Ευρώπη.

Αυτή η γηρασμένη σύνθεση του στόλου έχει άμεσες αρνητικές συνέπειες. Πολλά οχήματα που κυκλοφορούν στους ελληνικούς δρόμους δεν πληρούν τα σύγχρονα περιβαλλοντικά πρότυπα και εκπέμπουν δυσανάλογα περισσότερους ρύπους. Σύγχρονες μελέτες έχουν δείξει ότι, χάρη στις αυστηρές προδιαγραφές, η ατμοσφαιρική ρύπανση από καινούργια αυτοκίνητα έχει μειωθεί κατά 99% από το 1970 – πράγμα που σημαίνει ότι μια μικρή μειοψηφία παλαιών οχημάτων ευθύνεται πλέον για το μεγαλύτερο μέρος της ρύπανσης.

Με άλλα λόγια, λίγα παλιά αυτοκίνητα και φορτηγά εκπέμπουν ό,τι δεκάδες νέα οχήματα μαζί. Έτσι, ο γερασμένος στόλος συμβάλλει σε υψηλές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου (λόγω χαμηλότερης απόδοσης και υψηλότερης κατανάλωσης καυσίμου) αλλά και σε σοβαρή ατμοσφαιρική ρύπανση. Οι οδικές μεταφορές είναι ήδη υπεύθυνες για τα πολύ υψηλά επίπεδα ρύπων στα αστικά κέντρα – η αιθαλομίχλη, τα σωματίδια και τα οξείδια του αζώτου από τις εξατμίσεις παλιών ΙΧ επιβαρύνουν την υγεία εκατομμυρίων πολιτών. Σε συνδυασμό με τους ολοένα εντεινόμενους καύσωνες, αυτή η «κοκτέιλ» ρύπανσης και ζέστης δημιουργεί συνθήκες επικίνδυνες για τη διαβίωση στις πόλεις.

Από την κρίση στην δράση
Τα δεδομένα είναι ξεκάθαρα και οι λύσεις βρίσκονται πλέον επί τάπητος. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι απαιτείται άμεση ανανέωση του στόλου οχημάτων στην Ελλάδα, διαφορετικά η χώρα θα συνεχίσει να βιώνει εντονότερα την κλιματική κρίση. Η απανθρακοποίηση των μεταφορών περνά μέσα από την απόσυρση των ρυπογόνων παλαιών οχημάτων και την αντικατάστασή τους με νεότερα, καθαρότερα μέσα. Η τεχνολογία υπάρχει: ηλεκτρικά και υβριδικά αυτοκίνητα, λεωφορεία μηδενικών εκπομπών, φορτηγά νέας γενιάς με χαμηλό ανθρακικό αποτύπωμα, καθώς και εναλλακτικά καύσιμα, μπορούν να μειώσουν δραστικά τις εκπομπές αν υιοθετηθούν σε μεγάλη κλίμακα.

Στην Ελλάδα, προγράμματα όπως το «Κινούμαι Ηλεκτρικά» προσφέρουν επιδοτήσεις για αγορά ηλεκτροκίνητων οχημάτων, ωστόσο η διείσδυση των ηλεκτρικών ΙΧ παραμένει περιορισμένη. Ο βασικός λόγος είναι το υψηλό κόστος: ακόμη και με τις επιδοτήσεις, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα παραμένουν ακριβά για τον μέσο πολίτη, ειδικά σε μια κοινωνία που ανακάμπτει από πολυετή οικονομική κρίση. Αυτή η οικονομική δυσκολία έχει επιβραδύνει την ανανέωση του στόλου, διαιωνίζοντας τον κύκλο του προβλήματος.

Πέρα όμως από τις επιδοτήσεις, απαιτούνται και ρυθμιστικά μέτρα. Η εφαρμογή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» θεωρείται κρίσιμη: όσοι διατηρούν ιδιαίτερα ρυπογόνα και παλιά οχήματα θα πρέπει να επιβαρύνονται περισσότερο, αντανακλώντας το πραγματικό περιβαλλοντικό κόστος. Αυτό μπορεί να υλοποιηθεί με αυστηρότερα τέλη κυκλοφορίας για γηραιά οχήματα, με Ζώνες Χαμηλών Εκπομπών σε πόλεις (ώστε να αποθαρρύνεται η κυκλοφορία παλαιών IX στα κέντρα) και με κίνητρα για χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς ή του ποδηλάτου.

Συνοψίζοντας, οι μεταφορές συνιστούν ένα από τα μεγαλύτερα μέτωπα στη μάχη κατά της κλιματικής κρίσης. Στην Ελλάδα, ειδικά, ο απαρχαιωμένος στόλος οχημάτων επιβαρύνει δυσανάλογα το περιβάλλον, συμβάλλοντας τόσο στις τοπικές περιβαλλοντικές πιέσεις όσο και στη γενικότερη υπερθέρμανση. Αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα για την ανανέωση του στόλου και τον περιορισμό των ρύπων, σε λίγα χρόνια ίσως βρεθούμε αντιμέτωποι με μια δραματικά διαφορετική πραγματικότητα. Οι πρόσφατες τραγωδίες από πλημμύρες και φωτιές είναι προάγγελοι ενός μέλλοντος όπου οι συνθήκες διαβίωσης θα δοκιμαστούν σκληρά.
Η αλλαγή πορείας στις μεταφορές –με καθαρότερα οχήματα, βιώσιμες επιλογές μετακίνησης και πολιτικές που στηρίζουν το περιβάλλον– δεν είναι πλέον πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση για να αποτρέψουμε μια άλλη Ελλάδα στο κοντινό μέλλον, όπου η καθημερινότητα θα μετατραπεί σε αγώνα επιβίωσης.

Πηγή: newsauto

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

23 Ιανουαρίου 2026
23 Ιανουαρίου 2026