Σύμφωνα με την παράδοση, οι κάτοικοι των οικισμών της περιοχής ΣΚΟΥΝΤΕΡΙ μετοίκησαν 7 χιλιόμετρα βορειότερα, στη σημερινή θέση της ΣΤΕΝΗΣ.
Οι Σκουντεριώτες, μαζί με φυγάδες που έβρισκαν καταφύγιο στο πυκνό λόγγο, δημιούργησαν το Χωριό. Οι οικισμοί βρίσκονταν στις θέσεις ΠΑΛΙΟΧΩΡΙ, στον ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ, στον ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ κλπ.
Από το 1790, όταν η πανούκλα χτύπησε, οι πληθυσμοί αποδεκατίστηκαν και κατέφυγαν στο δάσος της Στενής, πιστεύοντας ότι το δάσος καταπολεμά τις μολυσματικές ασθένειες. Υπολείμματα σπιτιών στους διάσπαρτους οικισμούς δεν υπάρχουν, ούτε καν λιθοσωροί, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα σπίτια ήταν πλίνθινα από το κόκκινο χώμα της περιοχής – υλικό περιζήτητο ακόμα και σήμερα από τις βιομηχανίες κεραμικών. Μόνο στην περιοχή «ΚΕΡΑΜΙΔΑΡΙΟ» διασώζονται πολλά σπασμένα κεραμίδια, υποδηλώνοντας την ύπαρξη οικισμού ή μεταγενέστερου κεραμοποιείου.

ΤΑ ΧΑΜΩΪΑ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ
Πριν την απελευθέρωση, τα σπίτια εξυπηρετούσαν μόνο τις άμεσες ανάγκες. Στα «ΧΑΜΩΪΑ», μικρά παραλληλόγραμμα δωμάτια (μακρινάρια), κοιμόταν όλη η οικογένεια –συχνά έως 20 άτομα– μαζί με τα ζώα. Η φωτιά έκαιγε χωρίς καπνοδόχο και ο καπνός έφευγε από την οροφή. Το πάτωμα ήταν χωμάτινο και οι στέγες από κεραμίδια ή χώμα (τεχνική που απαιτούσε ετήσιο «πάτημα»).
Με τον καιρό, τα σπίτια εξελίχθηκαν σε δίπατα. Στο ισόγειο (ΚΑΤΩΙ) έμπαιναν τα ζώα και η αποθήκη, ενώ προστέθηκε το ΧΑΓΙΑΤΙ. Η έλευση των ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΑΙΩΝ και των ΧΑΛΚΙΑΔΩΝ από την Ήπειρο έδωσε νέα ώθηση. Οι Ηπειρώτες χτιστάδες μετέτρεψαν το σπίτι από απλό καταφύγιο σε μέσο κοινωνικής προβολής για τους εύπορους.

ΤΟ ΔΙΠΑΤΟ ΣΠΙΤΙ
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το σπίτι δίπλα στο μύλο της Σταματάρας: δίπατο, πέτρινο, με μεγάλα αγκωνάρια.
ΣΤΟ ΚΑΤΩΙ: Φυλάσσονταν το κρασί, το αμπάρι με το σιτάρι, η σεντούκα για το καλαμπόκι και τα όσπρια (φάβα, φακές, κουκιά, γυφτοφάσουλα), ο ντάλαρος για το αλεύρι, η π’νιότα για τις ελιές, το πιθάρι για το λάδι, τα τουλούμια για το τυρί και ο πασπαλάς.
Ο ΚΑΤΑΡΡΑΧΤΗΣ: Μια τετράγωνη τρύπα στο πάτωμα με μόνιμη ξύλινη σκάλα επέτρεπε την επικοινωνία του πάνω ορόφου με την αποθήκη και τα ζώα κατά τους βαρείς χειμώνες, όταν το χιόνι απέκλειε την εξωτερική σκάλα.
ΤΟ ΑΝΩΙ: Χωρισμένο με ΚΑΛΑΜΩΤΗ ή ΤΣΑΤΙ (πηχάκια με λάσπη, άχυρο και τραγόμαλο). Στον έναν χώρο η κρεβατοκάμαρα με τον γιούκο και στρώματα από βρωμαριά, στον άλλον το καθημερινό με τον αργαλειό, τον σοφρά και την ΠΑΛΙΘΟΥΡΑ (άνοιγμα στον τοίχο για τα σκεύη).
ΤΟ ΤΖΑΚΙ: ΦΩΣ ΚΑΙ ΕΣΤΙΑ
Το τζάκι ήταν το κέντρο του σπιτιού. Εκεί μαγείρευαν στη ΤΖΙΡΟΣΤΙΑ, ανακάτευαν τη φωτιά με τον ΖΝΤΑΦΤΟ και χρησιμοποιούσαν τη ΓΑΣΤΡΑ ως φορητό φούρνο για ψωμί και πίτες. Στη χόβολη έψηναν αυγά (τρυπημένα για να μη σκάσουν) και ρεβιθένιο καφέ. Όπως έλεγαν: «Από μπρος σε τρώει η πύρα κι από πίσω μαύρη μοίρα», καθώς ο αέρας έμπαινε από παντού ενώ η φωτιά έκαιγε μπροστά.
ΤΑ ΥΛΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΒΕΣΤΟΚΑΜΙΝΟ
Για το χτίσιμο χρειάζονταν: πέτρες από τα νταμάρια (ΝΤΑΜΗ, ΧΟΤΖΑ), ξύλα (έλατο για πέταβρα, καστανιά για στρώσεις και πατερά), άμμος από το ποτάμι και ασβέστης.
Η παραγωγή του ασβέστη ήταν ιεροτελεστία. Έστηναν καμίνια σε βράχους, έχτιζαν θολωτά τα «ΚΛΕΙΔΙΑ» και τον «ΠΑΠΠΑ» (την κορυφαία πέτρα) και έκαιγαν σπολάρθια για 10-11 ημέρες ακατάπαυστα. Οι βάρδιες ήταν εξοντωτικές, με μεροκάματο ένα ΚΑΝΤΑΡΙ ασβέστη.
ΟΙ ΜΑΣΤΟΡΟΙ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ
Η Στενή χτίστηκε από σπουδαίους τεχνίτες. Ξεχωρίζουν οι ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΗΔΕΣ (Αλέκος, Θανάσης Λαδάς, Θανάσης Ριζάς, Κώστας Κωντής, Νίκος, Τάσος Μάλιος, Δημήτριος Στραβομύτης, Θανάσης Καρτάλης, Γεώργιος Φούτρας). Επίσης, οι Κατσανάς Ζήσης, Θάνος Παναγιώτης (Τζούρος), Βασιλείου Κώστας (Ντίκας), Βασιλείου Χαράλαμπος, Κυράνας Νίκος (Τόμπλας) και Θανάσης. Στην Κάτω Στενή οι Κορώνης Αθανάσιος (Λιπιδίτσας), Μαστρογιάννης Κώστας (Τζώρτζης), Νίκος και Παναγιώτης Μαστρογιάννης, και οι Σιμιτζής Πέτρος (παπάς) και Αθανάσιος (Νάσκας).
Τελευταίος πετράς της παλιάς φρουράς ήταν ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΗΣ (ΛΑΔΑΣ).
Κείμενο βασισμένο στις καταγραφές των: Γιάννη Γιαννούκου & Γιάννη Μητάκη
