Κενά σε τεχνολογικές υποδομές, ελλείψεις εκπαιδευτικών, περιορισμένη ψηφιακή κατάρτιση εκπαιδευτικών, μαθητών και των οικογενειών τους, αλλά και ανισότητες μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης αποτελούν τις προκλήσεις του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος στη σημερινή ψηφιακή εποχή, όπως διαπιστώνει έρευνα του Πανεπιστημίου Κολούμπια.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη και οι ψηφιακές τεχνολογίες μετασχηματίζουν την εκπαίδευση παγκοσμίως προσφέροντας μεγάλες ευκαιρίες για την εξατομίκευση της διδασκαλίας και τη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων. Ωστόσο, η πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες μετριάζεται από βαθιές παγκόσμιες ανισότητες.
Το Κέντρο Βιώσιμης Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Κολούμπια, με την υποστήριξη του Ινστιτούτου «Future Investment Initiative» (FII), στο πλαίσιο της κοινής πρωτοβουλίας τους «Τεχνητή Νοημοσύνη και το Μέλλον της Εργασίας», έχει βάλει ως στόχο τη διερεύνηση των επιπτώσεων και των ευκαιριών της Τεχνητής Νοημοσύνης στους τομείς της Υγείας, της Εκπαίδευσης, της Ηθικής και της Μακροοικονομίας σε όλο τον κόσμο.
Σε πρόσφατη μελέτη, που εξέδωσε και θα παρουσιαστεί στο 11ο Φόρουμ των Δελφών, το οποίο θα διεξαχθεί 22-25 Απριλίου, διερευνήθηκαν οι δυνατότητες, αλλά και οι προκλήσεις της αξιοποίησης της Τεχνητής Νοημοσύνης στην εκπαίδευση σε τέσσερις χώρες: την Ελλάδα, την Ινδία, τη Βραζιλία και την Κένυα. Οι χώρες επιλέχθηκαν γιατί αντιπροσωπεύουν ποικίλα γεωγραφικά, οικονομικά και αναπτυξιακά πλαίσια σε τέσσερις διαφορετικές ηπείρους.
Επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης είναι ο εκτελεστικός διευθυντής του Κέντρου Βιώσιμης Ανάπτυξης και επίκουρος καθηγητής Παγκόσμιας Υγείας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, Γιάννης Μπεν Αμόρ (Yanis Ben Amor). Έχοντας γεννηθεί και μεγαλώσει στην Τυνησία, από Τυνήσιο πατέρα και Ελβετή μητέρα που θέλησαν να του δώσουν ελληνικό όνομα, ο Γιάννης Μπεν Αμόρ πιστεύει πολύ στις δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά συγχρόνως διερευνά το κατά πόσο οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις μπορεί να οδηγήσουν σε διεύρυνση του ψηφιακού χάσματος μεταξύ του παγκόσμιου Βορρά και του παγκόσμιου Νότου.
«Μπορεί να είμαι καθηγητής στο Κολούμπια, αλλά υπάρχει μια εκδοχή του εαυτού μου να είναι ακόμα 16 ετών στην Τυνησία και να αναρωτιέμαι ποιες θα είναι οι πιθανότητες να κάνω την ίδια καριέρα τώρα που υπάρχει η τεχνητή νοημοσύνη. Οπότε σκέφτηκα ότι δεν μπορεί όλη αυτή η προσπάθεια να αφορά μόνο στους φοιτητές του Κολούμπια, πρέπει να γίνει περισσότερο παγκόσμια», περιγράφει ο ίδιος σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ με αφορμή το 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών όπου αναμένεται να τεθούν στο επίκεντρο οι κρίσιμες εξελίξεις της περιόδου.
Σημαντικά βήματα στην Ελλάδα
Όπως διαπιστώνεται στην έρευνα, η Ελλάδα έχει σημειώσει αξιοσημείωτη πρόοδο στην εξασφάλιση σχεδόν καθολικής εγγραφής στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και στη διατήρηση ενός από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου.
Επίσης, «έχει κάνει σημαντικά πρώτα βήματα στον καθορισμό του ρόλου της Τεχνητής Νοημοσύνης στην εκπαίδευση». Περιγράφονται εθνικές στρατηγικές, όπως το Σχέδιο για τη Μετάβαση της Ελλάδας στην Εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, που «σκιαγραφούν φιλόδοξους στόχους για την ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης και των ψηφιακών εργαλείων σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης». Ωστόσο, σχολιάζεται ότι «η εφαρμογή τους είναι αργή και άνιση».
Επιπλέον, αναδεικνύεται το Εργοστάσιο Τεχνητής Νοημοσύνης (AI Factory) Pharos που επικεντρώνεται στην οικοδόμηση ενός ελληνικού μεγάλου γλωσσικού μοντέλου και υπηρεσιών Τεχνητής Νοημοσύνης που θα αίρουν τους αποκλεισμούς, όπως εργαλεία μετάφρασης και προσβασιμότητας για την υποστήριξη μαθητών μειονοτήτων, μεταναστών και μαθητών με αναπηρίες. Παρουσιάζονται και άλλες πρωτοβουλίες, όπως το ευρωπαϊκό έργο AI4EDU που εφαρμόζει και αξιολογεί τεχνολογίες Τεχνητής Νοημοσύνης στην εκπαίδευση. Πρωτοβουλίες όπως οι παραπάνω «δείχνουν πρώιμα ενθαρρυντικά σημάδια, αλλά παραμένουν σε μεγάλο βαθμό σε πιλοτικό στάδιο και δεν έχουν μεταφραστεί ακόμη σε συστημική αλλαγή στα δημόσια σχολεία», επισημαίνεται στη μελέτη.
Έντονες ανισότητες στην Ελλάδα
Παρά τα βήματα που έχουν γίνει στην Ελλάδα, οι ανισότητες παραμένουν έντονες, όπως διαπιστώνουν οι ερευνητές: τα σχολεία της υπαίθρου και των νησιών έχουν ξεπερασμένες υποδομές, περιορισμένες συσκευές, αναξιόπιστο ίντερνετ και ελλείψεις σε εκπαιδευτικούς, στοιχεία που επιδείνωσαν τα μαθησιακά κενά κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19. Επιπλέον, περιγράφεται ότι «η διακυβέρνηση είναι σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωτική, με περιορισμένη ευελιξία σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, γεγονός που μπορεί να επιβραδύνει την προσαρμογή σε ποικίλα σχολικά περιβάλλοντα, ιδίως σε αγροτικές και νησιωτικές κοινότητες».
Σε επίπεδο ψηφιακού γραμματισμού, η Ελλάδα αντιμετωπίζει άνιση ψηφιακή επάρκεια των μαθητών και των οικογενειών τους, καθώς και των εκπαιδευτικών, ιδίως στις αγροτικές περιοχές. Ακόμα και στις νεότερες γενιές διαπιστώνεται ότι, παρά το γεγονός ότι είναι ενεργοί χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των ψηφιακών πλατφορμών, οι δεξιότητές τους συχνά περιορίζονται στη βασική χρήση της τεχνολογίας και όχι στην κριτική εμπλοκή.
Βασική πρόκληση στη χώρα είναι και η ανισότητα μεταξύ των δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων. Τα ιδιωτικά σχολεία και τα φροντιστήρια έχοντας συχνά καλύτερους πόρους πειραματίζονται πιο γρήγορα με ψηφιακά εργαλεία και μάθηση που βασίζεται στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Αυτή η άνιση εφαρμογή κινδυνεύει να ενισχύσει τις υπάρχουσες ανισότητες αν δεν αντιμετωπιστεί από ισχυρούς εθνικούς μηχανισμούς υποστήριξης.
«Η πολιτεία θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης, καθώς και στον μεταναστευτικό πληθυσμό, που έχει ανάγκη από μαθήματα γλώσσας για να ενσωματωθεί στην κοινωνία», επισημαίνει ο Γιάννης Μπεν Αμόρ στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Στην ελληνική έρευνα συνεργάστηκαν ο καθηγητής του Τμήματος Δημοσιογραφίας του ΑΠΘ, Νίκος Παναγιώτου, μαζί με τους ερευνητές δρ Μαρία Μπότσιου, Ιωάννα-Γεωργία Εσκιάδη και δρ Ανδρέα Παναγόπουλο.
«Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το ζήτημα δεν είναι αν θα χρησιμοποιήσουμε ή όχι την Τεχνητή Νοημοσύνη. Θέλουμε να δούμε πώς θα δημιουργήσουμε όλες εκείνες τις ασφαλιστικές δικλείδες, προκειμένου να μην καταργηθεί η απόκτηση γνώσης και ταυτόχρονα να μπορέσει ουσιαστικά αυτό το οποίο παράγεται από την Τεχνητή Νοημοσύνη να είναι κτήμα όλων των πολιτών, κυρίως των νέων στην εκπαίδευση», τονίζει ο κ. Παναγιώτου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Οι κοινές προκλήσεις των 4 χωρών
Οι άλλες τρεις χώρες που μελετήθηκαν έχουν και εκείνες σημαντικές προκλήσεις να αντιμετωπίσουν: η Βραζιλία έχει μεγάλες περιοχές στον Αμαζόνιο, όπου δεν υπάρχουν υποδομές και δάσκαλοι, στην Κένυα η πρόκληση είναι παρόμοια στις αγροτικές περιοχές, ενώ στην Ινδία οι κάτοικοι μιλούν πολλές διαφορετικές γλώσσες, που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην ανάπτυξη των τεχνολογιών. Κοινές προκλήσεις και στις τέσσερις χώρες αποτελούν οι λιγοστές τεχνολογικές υποδομές σε απομακρυσμένες κυρίως περιοχές, αλλά και οι περιορισμένες ψηφιακές δεξιότητες μαθητών και καθηγητών. Επίσης, οι ηθικοί προβληματισμοί είναι έντονοι απέναντι στην Τεχνητή Νοημοσύνη και προκαλούν αντίσταση από τους επαγγελματίες στην υιοθέτησή της.
Ο Γιάννης Μπεν Αμόρ τονίζει ότι πρωτοβουλίες όπως το AIED Unplugged στη Βραζιλία, ένα εύχρηστο μεγάλο γλωσσικό μοντέλο για εκπαιδευτικούς που απαιτεί ελάχιστη ή και καμία σύνδεση στο διαδίκτυο, αλλά και μηδαμινές ψηφιακές δεξιότητες, θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε αγροτικές και νησιωτικές περιοχές σε όλο τον κόσμο.
Ευκαιρίες και κίνδυνοι
Τέλος, η έκθεση υπογραμμίζει τον κρίσιμο ρόλο της Τεχνητής Νοημοσύνης στη διαμόρφωση μιας δίκαιης και υψηλής ποιότητας εκπαίδευσης και στις τέσσερις χώρες που μελετήθηκαν. Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι όταν ενσωματώνεται προσεκτικά, μπορεί να ενισχύσει την εξατομικευμένη μάθηση, να υποστηρίξει τους εκπαιδευτικούς και μειώσει τις εκπαιδευτικές ανισότητες, ιδίως σε απομακρυσμένες κοινότητες και ευάλωτους πληθυσμούς.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ένα εργαλείο, όπως όλα τα άλλα. Ανάλογα με το πώς θα εφαρμοστεί μπορεί να έχει καταπληκτικά ή αρνητικά αποτελέσματα», υπογραμμίζει ο Γιάννης Μπεν Αμόρ.
Δεύτερη έρευνα σχετική με την ηθική αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην εκπαίδευση, που εξέδωσε ο ίδιος οργανισμός, αναλύει τους σχετικούς κινδύνους από την εφαρμογή της, με κυριότερο την συνεχή καταγραφή δεδομένων των μαθητών, με ασαφή όρια διατήρησης και διαχείρισής τους για άλλους σκοπούς πέραν της εκπαίδευσης. Ένας δεύτερος ουσιώδης κίνδυνος είναι η υποβάθμιση του ρόλου των εκπαιδευτικών, οι οποίοι «θα πρέπει να παραμείνουν η κεντρική φιγούρα στην εκπαίδευση των παιδιών, το κύριο σημείο επαφής με τα παιδιά. Πρέπει να γνωρίζουν για κάθε παιδί το επίπεδο προόδου και σε τι δυσκολεύεται. Δεν πρέπει απλώς να πατούν ένα κουμπί για να πάρει η Τεχνητή Νοημοσύνη όλες τις αποφάσεις. Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι το εργαλείο που βοηθά τον δάσκαλο», υπογραμμίζει ο Γιάννης Μπεν Αμόρ στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
