«Επέκταση αρμοδιοτήτων της Εταιρείας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης και της Εταιρείας Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης, ενίσχυση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων, ρυθμίσεις για τον Οργανισμό Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας Ανώνυμη Εταιρεία και λοιπές διατάξεις»
Στο πλαίσιο της δημόσιας ηλεκτρονικής διαβούλευσης για το ανωτέρω σχέδιο νόμου, ο Εμπορικός Σύλλογος Καρπενησίου εκφράζει την κατηγορηματική, πλήρη και απόλυτη αντίθεσή του στο άρθρο 35 παρ. 2, με το οποίο προβλέπεται ότι:
«Επιτρέπεται η εκτροπή πόσιμου νερού από τους παραποτάμους του Αχελώου, Κρικελλοπόταμο και Καρπενησιώτη προς το υδροδοτικό σύστημα της Αττικής, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, υπό την επιφύλαξη του ενωσιακού δικαίου και υπό την προϋπόθεση διενέργειας περιβαλλοντικού προελέγχου…»
Η συγκεκριμένη διάταξη δεν αποτελεί μία απλή τεχνική ή διαχειριστική ρύθμιση. Συνιστά μια κορυφαία πολιτική επιλογή, η οποία θέτει σε άμεσο κίνδυνο το σημαντικότερο φυσικό κεφάλαιο της Ευρυτανίας: τους ποταμούς και τους υδάτινους πόρους της.
Η παρέμβαση αυτή δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα. Συνδέεται άμεσα με τον ευρύτερο χωροταξικό και περιβαλλοντικό σχεδιασμό της χώρας και ιδίως με το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΕΧΠ-ΑΠΕ). Για τον λόγο αυτό, η παρούσα παρατήρηση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συνολικής θέσης του Εμπορικού Συλλόγου Καρπενησίου για την προστασία του φυσικού κεφαλαίου του νομού και την επιλογή ενός μοντέλου βιώσιμης ανάπτυξης, βασισμένου στη διατήρηση των φυσικών πόρων, στην ενίσχυση της τοπικής οικονομίας και στην ήπια τουριστική ανάπτυξη.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η πρόβλεψη ότι η εκτροπή επιτρέπεται «κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης», γεγονός που δημιουργεί εύλογες ανησυχίες ως προς την ουσιαστική προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, αποδυναμώνει την αρχή της ασφάλειας δικαίου και υπονομεύει τον ολοκληρωμένο περιβαλλοντικό σχεδιασμό.
Η διατύπωση αυτή εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με το άρθρο 24 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος ως υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα κάθε πολίτη. Η πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει επανειλημμένα τονίσει ότι κάθε επέμβαση σε φυσικά οικοσυστήματα πρέπει να στηρίζεται σε πλήρη επιστημονική τεκμηρίωση, να υπηρετεί υπέρτερο δημόσιο συμφέρον και να τηρεί τις αρχές της πρόληψης, της αναλογικότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης.
Παράλληλα, η προτεινόμενη ρύθμιση οφείλει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ (Οδηγία-Πλαίσιο για τα Ύδατα), η οποία επιβάλλει στα κράτη-μέλη την προστασία της καλής οικολογικής κατάστασης όλων των υδάτινων σωμάτων και απαγορεύει την υποβάθμισή τους, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που πληρούν αυστηρές προϋποθέσεις και συνοδεύονται από πλήρη επιστημονική τεκμηρίωση. Αντίστοιχα, οι ευρωπαϊκές διατάξεις για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και των φυσικών οικοτόπων επιβάλλουν την προστασία των οικοσυστημάτων που εξαρτώνται από τη φυσική λειτουργία των ποταμών.
Η διάταξη αυτή βρίσκεται σε προφανή αντίφαση με το ίδιο το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, το οποίο παρουσιάζεται ως εργαλείο προστασίας της βιοποικιλότητας, των υδάτινων πόρων, των τοπίων ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και των περιοχών υψηλής περιβαλλοντικής αξίας.
Δεν είναι δυνατόν η Πολιτεία, από τη μία πλευρά, να επικαλείται την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και, από την άλλη, να θεσπίζει ειδικές νομοθετικές παρεκκλίσεις που επιτρέπουν την εκτροπή των σημαντικότερων ποταμών της Ευρυτανίας.
Η αντίφαση αυτή καθίσταται ακόμη σοβαρότερη, καθώς η Ευρυτανία βρίσκεται ήδη στο τελικό στάδιο διεθνούς αξιολόγησης για την αναγνώρισή της σύμφωνα με τα πρότυπα της EUROPARC Federation.
Η πρωτοβουλία αυτή δεν αποτελεί πρωτοβουλία της Ελληνικής Πολιτείας. Αποτελεί πρωτοβουλία της ίδιας της Ευρυτανίας και των θεσμικών, αυτοδιοικητικών, παραγωγικών και κοινωνικών φορέων της. Με κοινή προσπάθεια της Περιφερειακής Ενότητας Ευρυτανίας, των Δήμων Καρπενησίου και Αγράφων, του Επιμελητηρίου Ευρυτανίας, της Ένωσης Ξενοδόχων Ευρυτανίας, του Συλλόγου Ιδιοκτητών Ενοικιαζομένων Δωματίων και πολλών ακόμη φορέων, συγκροτήθηκε ο σχετικός φάκελος, υποβλήθηκε η υποψηφιότητα και σήμερα η διαδικασία βρίσκεται στο τελικό στάδιο αξιολόγησης.
Η διαδικασία αυτή δεν αποτελεί μία απλή τιμητική διάκριση. Συνιστά διεθνή πιστοποίηση της ποιότητας του φυσικού περιβάλλοντος και της ορθής διαχείρισης των φυσικών πόρων της περιοχής. Η ταυτόχρονη προώθηση νομοθετικής δυνατότητας εκτροπής των σημαντικότερων ποταμών της Ευρυτανίας δημιουργεί σοβαρή αντίφαση ως προς την αξιοπιστία της εθνικής περιβαλλοντικής πολιτικής.
Η συγκεκριμένη διάταξη δεν υπονομεύει μόνο το φυσικό περιβάλλον. Υπονομεύει και τη συλλογικά διαμορφωμένη αναπτυξιακή στρατηγική της Ευρυτανίας.
Η οικονομία του νομού στηρίζεται ολοένα περισσότερο στον ορεινό και φυσιολατρικό τουρισμό, στις υπαίθριες δραστηριότητες, στην αγροδιατροφή, στην ποιότητα του φυσικού τοπίου και στις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις. Για την Ευρυτανία, το νερό δεν αποτελεί απλώς φυσικό πόρο αλλά τον βασικό πυλώνα της οικονομικής της προοπτικής.
Η αλλοίωση της φυσικής λειτουργίας των ποταμών μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ελκυστικότητα του προορισμού, την επισκεψιμότητα, την τοπική επιχειρηματικότητα, τις επενδύσεις και συνολικά το αναπτυξιακό μοντέλο που έχει επιλέξει η περιοχή.
Παράλληλα, η προτεινόμενη ρύθμιση εισάγεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής καθιστούν ολοένα συχνότερα τα φαινόμενα λειψυδρίας, ξηρασίας και μεταβολής του υδρολογικού κύκλου. Υπό τις συνθήκες αυτές, η διατήρηση των φυσικών λεκανών απορροής αποκτά ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία για τη χώρα και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογικές που ανταποκρίνονταν σε διαφορετικά υδρολογικά δεδομένα.
Επιπλέον, η συγκεκριμένη διάταξη δημιουργεί ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο νομοθετικό προηγούμενο. Η εισαγωγή δυνατότητας εκτροπής υδάτων με ειδική νομοθετική παρέκκλιση μπορεί να αποτελέσει βάση για αντίστοιχες μελλοντικές παρεμβάσεις και σε άλλες ορεινές περιοχές της χώρας, αποδυναμώνοντας συνολικά το θεσμικό πλαίσιο προστασίας των υδάτινων πόρων.
Η Ευρυτανία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δεξαμενή φυσικών πόρων προς εξυπηρέτηση αναγκών άλλων περιοχών της χώρας.
Οι ποταμοί Καρπενησιώτης και Κρικελλοπόταμος αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της οικολογικής ισορροπίας, της βιοποικιλότητας, της τοπικής οικονομίας, της πολιτιστικής ταυτότητας, του τουριστικού προϊόντος και της ποιότητας ζωής των κατοίκων της Ευρυτανίας.
Για τους λόγους αυτούς, ο Εμπορικός Σύλλογος Καρπενησίου ζητά:
- Την πλήρη απόσυρση του άρθρου 35 παρ. 2 του σχεδίου νόμου.
- Τη ρητή εξαίρεση των ποταμών Καρπενησιώτη και Κρικελλοπόταμου από κάθε σχεδιασμό εκτροπής, μεταφοράς ή υδροληψίας προς άλλες λεκάνες απορροής.
- Τη θεσμική κατοχύρωση των υδάτινων πόρων της Ευρυτανίας ως φυσικού κεφαλαίου στρατηγικής σημασίας για τη βιοποικιλότητα, την προστασία του περιβάλλοντος, τη βιώσιμη ανάπτυξη, την ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή και τον ορεινό τουρισμό.
- Τη ρητή αναγνώριση ότι η εν εξελίξει διαδικασία αξιολόγησης της Ευρυτανίας από την EUROPARC Federation αποτελεί κρίσιμο στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε κάθε χωροταξικό, περιβαλλοντικό ή νομοθετικό σχεδιασμό που αφορά την περιοχή.
Η Ευρυτανία δεν ζητά ειδική μεταχείριση.
Ζητά τον σεβασμό των συνταγματικών αρχών, της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας, της βιώσιμης ανάπτυξης και της συλλογικής επιλογής της τοπικής κοινωνίας να επενδύσει στο φυσικό της κεφάλαιο ως μοχλό ανάπτυξης.
Οι υδάτινοι πόροι της δεν αποτελούν πλεόνασμα προς μεταφορά, αλλά αναντικατάστατο φυσικό κεφάλαιο, πάνω στο οποίο στηρίζονται η οικονομία, η κοινωνική συνοχή, η περιβαλλοντική ισορροπία και το μέλλον του τόπου.
Για τους λόγους αυτούς, η προτεινόμενη διάταξη πρέπει να αποσυρθεί στο σύνολό της.
