Ψηφίζεται σήμερα Πέμπτη στη Βουλή το νομοσχέδιο για το νερό, με την αντιπολίτευση να ασκεί σκληρή κριτική στην κυβέρνηση και να την κατηγορεί για σχέδιο ιδιωτικοποίησης.
Νωρίτερα, συζητήθηκε στη Βουλή το αίτημα αντισυνταγματικότητας του νομοσχεδίου το οποίο είχε καταθέσει το ΠΑΣΟΚ και στήριξε σύσσωμη η αντιπολίτευση.
Όπως αναμενόταν, απορρίφθηκε -με τις ψήφους της πλειοψηφίας- η ένσταση αντισυνταγματικότητας που αφορούσε δύο άρθρα του νομοσχεδίου.
Τον λόγο πήρε και ο αρμόδιος υπουργός Σταύρος Παπασταύρου, ο οποίος υπεραμύνθηκε τόσο της συνταγματικότητας όσο και των αλλαγών που προωθεί το συγκεκριμένο νομοσχέδιο για την επέκταση των αρμοδιοτήτων της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ στη Θεσσαλονίκη, υποστηρίζοντας ότι το υφιστάμενο σύστημα διαχείρισης νερού έχει ξεπεράσει τα όριά του και πρέπει να αλλάξει ριζικά το μοντέλο διαχείρισης.
Η ένσταση αντισυνταγματικότητας του ΠΑΣΟΚ βασιζόταν στο γεγονός ότι το επίμαχο νομοσχέδιο δεν αντιμετωπίζει το νερό ως κοινωνικό αγαθό, αλλά ως εμπόρευμα, με αποτέλεσμα η τιμολογιακή πολιτική να απομακρύνεται από τους δήμους και να πραγματοποιείται στο εξής με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, όπως έχουν δηλώσει οι βουλευτές που έχουν πάρει τον λόγο.
Επίσης, έχει κατατεθεί και αίτημα διεξαγωγής ονομαστικής ψηφοφορίας επί της αρχής αλλά και σε σειρά άρθρων του νομοσχεδίου, η οποία πρόκειται να πραγματοποιηθεί το πρωί της Παρασκευής, καθώς η συζήτηση του νομοσχεδίου θα ολοκληρωθεί αργά το βράδυ της Πέμπτης.

Στην επιτροπή έκανε παρέμβαση ο Δήμαρχος Καρπενησίου
Ο Δήμαρχος Καρπενησίου τοποθετήθηκε στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής που συζήτησε το νομοσχέδιο, αναφερόμενος στα όσα προβλέπονται για την «αξιοποίηση» των δύο ποταμών της Ευρυτανίας, στο σχέδιο «Εύρυτος».
Στην παρέμβασή του αναφέρει ότι «Ο Δήμος Καρπενησίου, ο μεγαλύτερος δήμος του νομού Ευρυτανίας στην εδαφική επικράτεια του οποίου περιλαμβάνεται και μέρος της τεχνητής λίμνης Κρεμαστών έχει ήδη προσφέρει επί δεκαετίες υδάτινους πόρους και υδροηλεκτρική ενέργεια στη χώρα». Ενώ σε επόμενο σημείο τονίζει ότι «διεκδικούμε τη θεσμική κατοχύρωση της ουσιαστικής συμμετοχής μας σε κάθε όργανο σχεδιασμού, διοίκησης ή λήψης αποφάσεων που αφορά τη διαχείριση των υδάτινων πόρων εντός των διοικητικών μας ορίων. Δεν μπορούμε να αποδεχθούμε, διαδικασίες που γίνονται με παράκαμψη του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, που δεν περιλαμβάνουν διαβούλευση».
Πιο αναλυτικά ο δήμαρχος Καρπενησίου ανέφερε στην τοποθέτησή του:
«Γνωρίζω ότι σήμερα, οι περισσότεροι φορείς που συμμετέχουν στην ακρόαση – Δήμοι, ΔΕΥΑ, – θα τοποθετηθούν επί των διατάξεων του σχεδίου νόμου που καταργούν ή περιορίζουν τις αρμοδιότητες των Δήμων και των Δ.Ε.Υ.Α. στον τομέα της ύδρευσης και αποχέτευσης, ζητώντας την απόσυρση ή την ουσιαστική τροποποίηση των ρυθμίσεων που αποδυναμώνουν τον ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ο Δήμος Καρπενησίου συμμερίζεται πλήρως αυτές τις ανησυχίες και στηρίζει τα αιτήματα. Ωστόσο, ως Δήμος ορεινός, με συγκεκριμένη εμπειρία από μεγάλα υδατικά έργα, καλούμαστε σήμερα να τοποθετηθούμε για ένα πιο συγκεκριμένο ζήτημα. Το άρθρο 35 προβλέπει την εκτροπή των ποταμών μας, Κρικελλοποτάμου και Καρπενησιώτη προς το υδροδοτικό σύστημα της Αττικής. Και ειδικότερα, η παράγραφος 2, αναφέρει πως η εκτροπή επιτρέπεται «κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης».

Γι’ αυτό ζητούμε την ιδιαίτερη προσοχή και ευαισθησία σας επί του θέματος.
Το συγκεκριμένο άρθρο κινείται, όπως αναλύουμε και στο υπόμνημα που σας καταθέτουμε, σε κατεύθυνση αντίθετη με τη συνολική στρατηγική για το νερό, η οποία – σε επίπεδο Εθνικής Στρατηγικής και ενωσιακού δικαίου – μιλά για ολοκληρωμένη διαχείριση, οικοσυστημική προσέγγιση, προστασία υδάτινων σωμάτων και συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών στις κρίσιμες αποφάσεις.
Ο Δήμος Καρπενησίου, ο μεγαλύτερος δήμος του νομού Ευρυτανίας στην εδαφική επικράτεια του οποίου περιλαμβάνεται και μέρος της τεχνητής λίμνης Κρεμαστών έχει ήδη προσφέρει επί δεκαετίες υδάτινους πόρους και υδροηλεκτρική ενέργεια στη χώρα. Ο Δήμος Καρπενησίου, συνεπώς, έχει θεσμικό, ιστορικό και ηθικό δικαίωμα να συμμετέχει ενεργά σε κάθε σχεδιασμό που αφορά στη διαχείριση των υδάτινων πόρων της περιοχής του, εκπροσωπώντας την κοινωνία της περιοχής. Γι’ αυτό διεκδικούμε τη θεσμική κατοχύρωση της ουσιαστικής συμμετοχής μας σε κάθε όργανο σχεδιασμού, διοίκησης ή λήψης αποφάσεων που αφορά τη διαχείριση των υδάτινων πόρων εντός των διοικητικών μας ορίων. Δεν μπορούμε να αποδεχθούμε, διαδικασίες που γίνονται με παράκαμψη του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, που δεν περιλαμβάνουν διαβούλευση. Διαδικασίες επιτάχυνσης εκτροπής ποταμών, δηλαδή μεγάλων παρεμβάσεων στο περιβάλλον και το τοπίο, με νομοθετική διάταξη δίχως να εντάσσονται σε έναν ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό, και κατά παρέκκλιση της κείμενης νομοθεσίας μόνο με την προϋπόθεση διενέργειας περιβαλλοντικού προελέγχου, καθώς έτσι ουσιαστικά παρακάμπτεται κάθε, έστω ελάχιστη, δικλείδα προστασίας της φύσης και της κοινωνίας.
Και, δυστυχώς, η έως τώρα εμπειρία μας δείχνει ότι η τοπική κοινωνία μπορεί να αποκλείεται από τον σχεδιασμό ενός μεγάλου έργου, ενώ την ίδια στιγμή επωμίζεται για δεκαετίες το περιβαλλοντικό κόστος – και χωρίς ουσιαστικό όφελος.
Επειδή δεν επιθυμούμε να επαναληφθεί το ίδιο με τους ποταμούς Καρπενησιώτη και Κρικελλοπόταμο, ζητούμε από την Ελληνική Πολιτεία, αυτή τη φορά να μας ακούσει και να αφουγκραστεί τις ανησυχίες μας. Στο πλαίσιο αυτό, ο Δήμος Καρπενησίου ζητεί την απόσυρση της παρ. 2 του άρθρου 35 και κάθε συναφούς διάταξης του παρόντος νομοσχεδίου για τους ακόλουθους λόγους:
- Δεν υπάρχει ολοκληρωμένη μελέτη σκοπιμότητας και υδρολογικό ισοζύγιο που να δείχνουν ότι η εκτροπή είναι πραγματικά αναγκαίο και αναλογικό μέτρο για την ασφάλεια ύδρευσης της Αττικής, σε σύγκριση με άλλες λύσεις, όπως η μείωση απωλειών δικτύου, η εξοικονόμηση νερού, η επαναχρησιμοποίηση λυμάτων και απορροών, η καλύτερη αξιοποίηση των υφιστάμενων ταμιευτήρων.
- Δεν έχει παρουσιαστεί συγκριτική αξιολόγηση εναλλακτικών σεναρίων λειτουργίας του υδροσυστήματος με και χωρίς τον «Εύρυτο», ώστε να γνωρίζουμε αν καλύπτεται πραγματικό έλλειμμα ή απλώς δημιουργείται μια ιδιαίτερα μεγάλου κόστους υπερεπάρκεια ύδατος.
- Δεν υπάρχει ενιαία, ολοκληρωμένη εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων στα επηρεαζόμενα υδατικά σώματα και οικοσυστήματα, στη ροή και την εποχικότητα, στην οικολογική παροχή, στη συνέχεια των ποτάμιων οικοσυστημάτων, στην ιχθυοπανίδα, στην παρόχθια βλάστηση, στη μεταφορά φερτών υλών, στις σωρευτικές πιέσεις από υφιστάμενα έργα, στον Τρικεριώτη, στη λίμνη Κρεμαστών και στο ευρύτερο σύστημα του Αχελώου.
- Δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν, τόσο το ενωσιακό δίκαιο (παρά τη σχετική διατύπωση), αφού το έργο συνιστά μία νέα εκτροπή του Αχελώου, δηλαδή μεταφορά νερού από μία λεκάνη απορροής σε μία άλλη. Αυτό δεν συνάδει με την οδηγία για τα νερά (2000/60/ΕΚ), η οποία θέτει πολύ αυστηρές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο.
- Δεν προηγήθηκε ουσιαστική ενημέρωση και διαβούλευση με την τοπική κοινωνία και με τους Δήμους που επηρεάζονται. Η Ευρυτανία πληροφορήθηκε για το έργο από κυβερνητικές εξαγγελίες και δημοσιεύματα, όχι μέσα από θεσμικό διάλογο, ενώ οι τοπικοί φορείς αναγκάστηκαν να αντιδράσουν εκ των υστέρων, χωρίς να έχουν στη διάθεσή τους τις αναγκαίες τεχνικές μελέτες.
Εν ολίγοις, η εκτροπή των ποταμών της Ευρυτανίας φτάνει σήμερα στη Βουλή ως νομοθετική ρύθμιση, χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση, με παράκαμψη ουσιαστικών και τυπικών διαδικασιών και χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν η κοινωνία της Ευρυτανίας, η οποία έχει δηλώσει την αντίθεσή της στα εξαγγελθέντα σχέδια. Γι’ αυτό, με θεσμική ευθύνη απέναντι στους δημότες μας, δεν μπορούμε να συναινέσουμε και, ως εκ τούτου, ζητούμε την απόσυρση κάθε διάταξης που επιτρέπει και, δη, επιταχύνει την εκτροπή Καρπενησιώτη και Κρικελλοπόταμου. Η Ευρυτανία δεν μπορεί να καταστεί απλώς ένας τόπος από τον οποίο θα απομυζούνται φυσικοί πόροι, δεν γίνεται να αποτελέσει απλώς μία δεξαμενή νερού. Οι πολίτες μας απαιτούμε να είναι ισότιμοι συνομιλητές και συνδιαμορφωτές του μέλλοντος του τόπου.
Κλείνοντας, θέλω να μεταφέρω το αίσθημα και τον παλμό της τοπικής κοινωνίας. Οι άνθρωποι της Ευρυτανίας δεν βλέπουν τους ποταμούς μόνο ως ποσότητες σε υδρολογικούς πίνακες αλλά ως κομμάτι της ταυτότητας, της ιστορίας και της καθημερινής ζωής τους. Ζητείται από εμάς να αποδεχθούμε εκτροπή ποταμών, μεγάλες σήραγγες, εργοτάξια και μόνιμες υδρομορφολογικές αλλοιώσεις, στο όνομα μιας εθνικής ανάγκης, χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχος εθνικός σχεδιασμός για τις ανάγκες της ίδιας της Ευρυτανίας. Τα ελληνικά βουνά συνολικά, μέσα σε αυτά και η Ευρυτανία, κράτησαν όρθιο τον ελληνισμό για περίπου πέντε αιώνες. Η δημογραφική συρρίκνωσή τους που ξεκινά από τη δεκαετία του ’50 και φτάνει να κορυφώνεται στις μέρες μας απαιτεί ένα συγκροτημένο, εθνικό σχέδιο. Αποσπασματικές λύσεις και νομοθετικές πρωτοβουλίες που απορροφούν φυσικούς πόρους – που αντικειμενικά είναι το κεφάλαιο για την τοπική, ενδογενή ανάπτυξη – δε συμβάλλουν στην αναστροφή της πορείας συρρίκνωσης. Θέλουμε συμμάχους για το ξαναζωντάνεμα των περιοχών μας, είναι χρέος της πολιτείας, όπως άλλωστε περιγράφεται και στο ίδιο το Σύνταγμα, στο Άρθρο 101 και το Άρθρο 106».
