Στο αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής ΙΑ’ Ματθαίου (Α’ Κορ. 9:2-12), ο Απόστολος Παύλος υπερασπίζεται το δικαίωμα των Αποστόλων να λαμβάνουν υλική στήριξη από τις κοινότητες που υπηρετούν. Υπενθυμίζει ότι εκείνος που εργάζεται στον αμπελώνα δικαιούται να απολαμβάνει από τον καρπό του και ότι «αν εμείς σπείραμε σε σας τα πνευματικά αγαθά, είναι άραγε μεγάλο να θερίσουμε από σας τα υλικά;».
Ωστόσο, η κορύφωση της σκέψης του βρίσκεται στη συγκλονιστική ομολογία: «Δεν κάναμε χρήση αυτού του δικαιώματος· αντίθετα, όλα τα υπομένουμε, για να μη δημιουργήσουμε κανένα εμπόδιο στο ευαγγέλιο του Χριστού» (Α΄ Κορ. 9:12).
Η στάση αυτή αποκαλύπτει το αληθινό νόημα της πνευματικής εξουσίας μέσα στην Εκκλησία. Ο Παύλος γνωρίζει ότι έχει δικαιώματα, όμως επιλέγει ελεύθερα να τα περιορίσει, όταν η άσκησή τους θα μπορούσε να σκανδαλίσει ή να δυσκολέψει την αποδοχή του Ευαγγελίου. Η αποστολική εξουσία δεν γίνεται μέσο επιβολής, αλλά εκφράζεται ως θυσιαστική διακονία προς τον αδελφό.
Τη στάση αυτή δίδαξε πρώτος ο Χριστός στους μαθητές Του: «Ξέρετε ότι οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουν τους ανθρώπους και οι μεγάλοι ασκούν εξουσία πάνω τους. Ανάμεσά σας, όμως, δεν πρέπει να συμβαίνει αυτό. Όποιος θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας, ας γίνει υπηρέτης σας» (Ματθ. 20:25-26). Η εξουσία στην Εκκλησία δεν είναι προνόμιο ούτε τίτλος κυριαρχίας· είναι σταυρική ευθύνη, διακονία και προσφορά, που αποβλέπει στη σωτηρία του άλλου και όχι στην επιβεβαίωση εκείνου που την ασκεί.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σχολιάζοντας το χωρίο αυτό, παρατηρεί ότι ο Παύλος δεν αρκέστηκε στο να μην απαιτήσει τα δικαιώματά του, αλλά προτίμησε να κοπιάζει ο ίδιος, ώστε να μην αφήσει την παραμικρή υπόνοια ότι κηρύττει από ιδιοτέλεια. Γράφει χαρακτηριστικά: «Δεν αρκέστηκε να μη λάβει τίποτε, αλλά υπέμεινε και κάθε κόπο, για να μην προξενήσει καμία βλάβη στο κήρυγμα» (PG 61, 200).
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος υπενθυμίζει ότι ο ποιμένας δεν καλείται να εξουσιάζει τους πιστούς, αλλά να τους οδηγεί με το παράδειγμά του: «Πρέπει να καθαρίζεσαι πρώτα ο ίδιος και τότε να καθαρίζεις τους άλλους· να γίνεσαι φως και τότε να φωτίζεις· να πλησιάζεις τον Θεό και τότε να οδηγείς και τους άλλους σε Αυτόν» (PG 35, 480).
Στην εποχή μας, όπου η έννοια της εξουσίας ταυτίζεται με τον έλεγχο, την επιβολή και τον περιορισμό της ελευθερίας, η Εκκλησία καλείται να μαρτυρήσει έναν διαφορετικό τρόπο υπάρξεως. Η πνευματική εξουσία δεν εκφράζεται ως κατεξουσιασμός, ψυχολογική πίεση ή στέρηση της ελευθερίας του άλλου. Ο ποιμένας δεν υποκαθιστά τη συνείδηση του πιστού ούτε δεσμεύει την προσωπική του ευθύνη. Διακονεί την ελευθερία του, ώστε να οδηγηθεί ελεύθερα σε συνάντηση με τον Χριστό.
Ο Απόστολος Παύλος μάς υπενθυμίζει ότι το κύρος του ποιμένα δεν θεμελιώνεται στα δικαιώματά του, αλλά στη θυσιαστική αγάπη. Όσο περισσότερο κάποιος διακονεί, τόσο περισσότερο φανερώνει την αυθεντία του Χριστού, ο οποίος «δεν ήρθε για να Τον υπηρετήσουν, αλλά για να υπηρετήσει και να δώσει τη ζωή Του ως λύτρο για πολλούς» (Μαρκ. 10:45). Αυτή είναι η μόνη εξουσία που οικοδομεί την Εκκλησία: Η εξουσία της αγάπης, της ταπείνωσης και της ελεύθερης διακονίας.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 15-16.08.2026
