Παζάρι στις πόλεις και τα χωριά της Ρούμελης είναι η ετήσια εμπορική αγορά που γίνεται σε ορισμένο τόπο και χρόνο και γεννήθηκε από την ανάγκη συγκέντρωσης κοινού και αγαθών σε συγκεκριμένο και ευρύτερο και γνωστό χώρο. Η λέξη παζάρι προέρχεται από το τουρκικό Pazar και σημαίνει τόπος δημόσιας αγοράς αλλά και διαπραγμάτευση σχετικά με την τιμή του εμπορεύματος ή τους όρους συμφωνίας κ.λ.π.
Για τη Σπερχειάδα και τα χωριά της το παζάρι ήταν –και παραμένει ακόμα- μια από τις σπουδαιότερες δραστηριότητες της κοινωνικής και οικονομικής ζωής ολόκληρης της περιοχής. Έχει τις ρίζες του στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Την πρώτη γραπτή μαρτυρία για το παζάρι της Σπερχειάδας τη βρήκαμε στην εφημερίδα της Λαμίας «Φωνή του Λαού» του Αυγούστου του 1867: «… Πανήγυρις τελείται εις την πρωτεύουσα του Δήμου Σπερχειάδος το χωρίον Αγά την 20ή τρέχοντος. Διαρκεί από 3-5 ημέρες. Μεταφέρονται προς πώληση παντός είδους: ζώα, τυρός, βούτυρο, υφάσματα βαμβακερά και μάλλινα, δέρματα κατεργασμένα». Ήταν δηλαδή εμποροπάζαρο και ζωοπάζαρο.
Καθιερώθηκε επίσημα το 1925 με το β.δ. της 17-8 (ΦΕΚ 253/Α΄ της 15-9-1925). Η ημερομηνία τέλεσής του (20-25 Οκτωβρίου) οριστικοποιήθηκε με το β.δ. 218 του 1969 (ΦΕΚ 59/Α΄ της 7-4-1969) και παραμένει η ίδια μέχρι σήμερα. Το παζάρι μέχρι το 1925 γινόταν στην τοποθεσία «Παλιοπάζαρο» και από τότε η εμποροπανήγυρη μεταφέρθηκε στην κεντρική λεωφόρο της κωμόπολης, όπου πραγματοποιείται μέχρι τις μέρες μας. Η ζωοπανήγυρη συνέχισε να υφίσταται μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ΄70, κάθε 20 Αυγούστου, στην περιοχή μεταξύ των Σφαγείων και της Αγίας Παρασκευής. Μικρό ζωοπάζαρο γινόταν στην ίδια περιοχή και στις 20 Οκτωβρίου.
Για τους κατοίκους των ορεινών, κυρίως, χωριών της περιοχής, το παζάρι ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια εμπορική συναλλαγή. Ήταν η ευκαιρία να διαθέσουν τα προϊόντα τους —κάστανα, καρύδια και κτηνοτροφικά είδη— και να προμηθευτούν όσα χρειάζονταν για τον επερχόμενο χειμώνα, κυρίως βιοτεχνικά και άλλα απαραίτητα είδη.
Ήταν, όμως, και μια μεγάλη γιορτή. Μικροί και μεγάλοι κατέβαιναν στη Σπερχειάδα για να δουν τα θεάματα, να ακούσουν λαϊκή μουσική, να πιουν καλό κρασί και να απολαύσουν τους μεζέδες των ταβερνείων. Το παζάρι συνδύαζε το εμπόριο με την κοινωνική συναναστροφή και την ψυχαγωγία. Ήταν μια ευκαιρία να συναντηθούν συγγενείς και γνωστοί, να ανταλλάξουν νέα και να ζήσουν λίγες ημέρες διαφορετικές από την καθημερινότητα.
Παλαιότερα, στους πάγκους τους μπορούσε κανείς να βρει μαχαίρια, χατζάρια, σουγιάδες, κλαδευτήρια, τσαπιά, πέταλα, καρφιά, κουδούνια και κοφίνια. Πωλούνταν επίσης σκεύη του νοικοκυριού, είδη ρουχισμού και υπόδησης, χαλιά, κιλίμια, κουβέρτες και φυσικά ο χαλβάς Φαρσάλων.
Ιδιαίτερη θέση στο παλιό παζάρι είχε η ζωοπανήγυρη. Άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και άλλα ζώα συγκέντρωναν εμπόρους και αγοραστές από πολλές περιοχές. Μαζί με τα ζώα, φυσικά, έδιναν το «παρών» και οι τσιγγάνοι ζωέμποροι, που αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της εμπορικής ζωής της εποχής.
Στο ζωοπάζαρο, ωστόσο, παιζόταν το πραγματικό παιχνίδι του παζαριού. Οι έμπειροι ζωέμποροι γνώριζαν καλά την τέχνη της διαπραγμάτευσης. Από νωρίς έπιαναν τα κατάλληλα στέκια, παρατηρούσαν τα ζώα και τους ιδιοκτήτες τους και ξεκινούσαν τα παζαρέματα. Ένα στραβό πόδι, ένα αδύνατο πλευρό, ένα ελάττωμα στο περπάτημα ή οτιδήποτε άλλο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να πέσει η τιμή.
Ο μεσίτης ή «τσιασίτης» πολλές φορές ήταν απαραίτητος. Η εμπειρία του προστάτευε τους αφελείς πωλητές και αγοραστές χωρικούς από τις κακοτοπιές. Οι ιστορίες από εκείνα τα παζάρια δεν έλειπαν. Άλλος αγόραζε ζώο που αποδεικνυόταν κατώτερο από τις υποσχέσεις του πωλητή, ενώ καμάρωνε πως έκανε την καλύτερη αγορά μέχρι να ανακαλύψει την αλήθεια, άλλος πλήρωνε «πανωτίμια» κι άλλος μούτζωνε τον εαυτό του που πούλησε το ζώο του σχεδόν μισοτιμής.
Σήμερα, το παζάρι της Σπερχειάδας εξακολουθεί να προσελκύει εμπόρους από πολλές γωνιές της Ελλάδας και να διατηρεί τη φήμη του. Ωστόσο, οι συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά. Τα χωριά έχουν συρρικνωθεί, οι μετακινήσεις και η πρόσβαση στα εμπορικά καταστήματα είναι ευκολότερες, ενώ οι ανάγκες και οι τρόποι προμήθειας των αγαθών δεν θυμίζουν εκείνους του παρελθόντος.
Το παζάρι δεν έχει πια την ίδια οικονομική σημασία για τον κάτοικο του χωριού. Έχει, όμως, κάτι εξίσου σημαντικό: τη δύναμη της παράδοσης και της συλλογικής μνήμης. Είναι η αφορμή να ξαναζωντανέψουν παλιές ιστορίες, να συναντηθούν άνθρωποι, να θυμηθούν οι μεγαλύτεροι και να γνωρίσουν οι νεότεροι ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπου τους.
Κι αν κάποτε το παζάρι σήμαινε προμήθειες για τον χειμώνα, πώληση των ζώων και αγωνιώδη παζαρέματα, σήμερα αποτελεί περισσότερο ένα έθιμο που επιμένει να κρατά τη θέση του στην τοπική ζωή.
Και βέβαια, υπάρχει κάτι που δεν αλλάζει εύκολα: το ψητό κρέας, οι μυρωδιές των ψητοπωλείων και η προσμονή για έναν καλό μεζέ. Γιατί, αν μη τι άλλο, ακόμη και σήμερα το ψητό παραμένει ένα από τα πιο δυνατά δέλεαρ για μια βόλτα στο παζάρι της Σπερχειάδας.
Από το «Παλιοπάζαρο» μέχρι τη σημερινή κεντρική λεωφόρο, το παζάρι συνεχίζει το ταξίδι του στον χρόνο. Κι όσο υπάρχουν άνθρωποι που το θυμούνται, το επισκέπτονται και διηγούνται τις ιστορίες του, η παράδοσή του θα παραμένει ζωντανή.
Καλά παζάρια!
(φωτ: Ηλίας Προβόπουλος)
