Ἡ κοίμηση ἑνός ἀνθρώπου μᾶς καλεῖ πάντοτε να δοῦμε τη ζωή του διαφορετικά. Να ξεχωρίσουμε τα οὐσιώδη ἀπό τα περιστασιακά, το πρόσωπο ἀπό τη δημόσια εἰκόνα, ἐκεῖνο που πραγματικά ἦταν ἀπό ἐκεῖνο που οἱ περιστάσεις κάποτε ἀνέδειξαν περισσότερο.
Στην περίπτωση τοῦ μακαριστοῦ προκατόχου μου, Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυροῦ Ἀνθίμου (+13.3.2025) – ὁ ὁποῖος, κατά την σημερινή ἡμέρα, ἑόρταζε τον προστάτη του Ἅγιο Ἄνθιμο ἐπίσκοπο τῆς συνηθή προσωπικής. μας μοῦ ἐπιτρέπει να κρατῶ ἰδιαίτερα ἕνα χαρακτηριστικό του: την εὐγένεια.
Ἡ εὐγένεια, βέβαια, στην ἐκκλησιαστική παράδοση δεν εἶναι ζήτημα καλῶν τρόπων. Εἶναι πρωτίστως καρπός πνευματικῆς καλλιέργειας. Εἶναι ὁ σεβασμός προς το πρόσωπο τοῦ ἄλλου, ἀκόμη και ὅταν ἐκεῖνος διαφωνεῖ, ἐλέγχει ἢ ἀδικεῖ. Εἶναι, τελικά, μία ἔκφραση τῆς ἀγάπης.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, στον περίφημο ΙΔ΄ Λόγο του, Περί φιλοπτωχίας, ἀπαριθμώντας τις ἀρετές που φανερώνουν το χριστιανικό ἦθος, γράφει χαρακτηριστικά: «Καλόν ἡ μακροθυμία»· και ὡτο παράδειγμα. ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο δεν ἀνταπέδωσε τη βία τῶν διωκτῶν Του, ἀλλά θεράπευσε και το αὐτί ἐκείνου που εἶχε πληγωθεῖ. Και ἀμέσως προσθέτει: «Καλόν ἡ πραότης», δείχνοντας πάλι τον Χριστό, ὁ ὁποῖος δεν φιλονικοῦσε, δεν κραύγαζε και δεν ἀντιστεκόταν σ᾿ ἐκείνους που Τον ὁδηγοῦσαν στο Πάθος. Ἀνάμεσα στα δύο παραδείγματα ὁ Θεολόγος θυμᾶται και τον πρωτομάρτυρα Στέφανο, που προσευχόταν γι᾿ αὐτούς που τον λιθοβολοῦσαν.
(Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΙΔ΄, Περί φιλοπτωχίας, §1, PG 35, 860–861).
Ἴσως αὐτή ἡ πατερική κατανόηση τῆς εὐγένειας μπορεῖ να φωτίσει μία λιγότερο γνωστή πλευρά τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Ἀνθίμου.
Ὁ Θεσσαλονίκης Ἄνθιμος ὑπῆρξε ἕνας Ἐπίσκοπος με ἰσχυρή προσωπικότητα και δημόσιο λόγο. Ἡ μακρά διακονία του στη Θεσσαλονίκη συνοδεύθηκε ἀπό ἀγάπη τοῦ λαοῦ, ἀλλά και ἀπό ἀντιθέσεις. Κάποιες τοποθετήσεις του προκάλεσαν συζητήσεις, ἄλλοτε κριτική, κάποτε και ἔντονη ἀντίδραση. Ὁ ἴδιος ὅμως θεωροῦσε χρέος του να ὑπηρετεῖ με πιστότητα ἐκεῖνο που ἡ ἀρχιερατική συνείδησή του τοῦ ὑπαγόρευε ὡς ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου και εὐθύνη ἀπέναντι στο ποίμνιό του και στην Πατρίδα.
Πίσω ὅμως ἀπό τον δυναμικό δημόσιο λόγο ὑπῆρχε ἕνας ἄνθρωπος που δεν ἤξερε να μνησικακεῖ.
Αὐτό εἶχα την εὐλογία να το γνωρίσω περισσότερο κατά το διάστημα τῆς συνυπαρξής μας στην Ἱερά Μητρόπολη, μετά την παραίτησή του. Ἡ καθημερινότητα φανερώνει συχνά ὅσα ἡ δημόσια παρουσία κρύβει. Και στην καθημερινότητά του ὁ μακαριστός Ἄνθιμος ἦταν ἄνθρωπος εὐγενής. Εὐγενής στον λόγο, στη συμπεριφορά, στην εὐχαριστία του γιά ὅσα τοῦ προσφέρονταν, στον τρόπο με τον ὁποῖο ἀντιμετώπιζε τους συνεργάτες και τους ἀνθρώπους που τον διακονοῦσαν. Ἀκόμη και ἡ σωματική δοκιμασία τῶν τελευταίων χρόνων δεν ἀφαίρεσε αὐτή τη λεπτότητα τοῦ τρόπου του.
Περισσότερο ὅμως με συγκινοῦσε ἡ στάση του ἀπέναντι σε ὅσους τον εἶχαν κρίνει αὐστηρά. Μπορεῖ να διαφωνοῦσε· μπορεῖ να πονοῦσε· δεν ἔτρεφε ὅμως κακία. Και αὐτό δεν εἶναι μικρό. Γιατί ἡ ἀνεξικακία εἶναι μία ἀπο τις δυσκολότερες μορφές ἐλευθερίας. Εἶναι ἡ ἄρνηση τοῦ να ἐπιτρέψει στη συμπεριφορά τοῦ ἄλλου να καθορίσει τη δική του καρδιά.
Ἔτσι κατανοῶ και τη διακονία του στη Θεσσαλονίκη: ὡς μία διακονία με πάθος, πιστότητα και πολλή ἀγάπη. Ἀγάπησε αὐτή την πόλη και την τοπική Ἐκκλησία. Ἀγάπησε τους κληρικούς και τον λαό της. Διακόνησε, κήρυξε, λειτούργησε, παρενέβη, ἀγωνίστηκε. Και ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα να παραδώσει τη σκυτάλη, παρέμεινε μέσα στην Ἐκκλησία που τόσο ἀγάπησε, χωρίς να παύσει να ἐνδιαφέρεται και να προσεύχεται γι᾿ αὐτήν.
Και ἡ Θεσσαλονίκη τοῦ το ἀνταπέδωσε. Στο τέλος τῆς ἐπίγειας πορείας του ἀπήλαυσε την ἀγάπη και τον σεβασμό τοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας.
Ἴσως, λοιπόν, ἀνάμεσα στα πολλά που θα μποροῦσαν να γραφοῦν για τον μακαριστό Ἄνθιμο, ἀξίζει να μείνει και αὐτή ἡ προσωπική μαρτυρία: ὅτι πίσω ἀπό τη δυναμική προσωπικότητα ὑπῆρχε ἕνας εὐγενή. πίσω ἀπό τις ἀντιθέσεις που κάποτε προκάλεσε ὁ λόγος του, μία καρδιά που δεν ἤθελε να κρατήσει κακία.
Γιατί, τελικά, ἡ ἀληθινή εὐγένεια εἶναι ἕνας ἀθόρυβος τρόπος να ἀγαπᾷ κανείς κατά Χριστόν.
Ἂς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ μακαριστοῦ Ποιμενάρχου μας κυροῦ Ἀνθίμου και ἂς ἔχουμε ὅλοι μας την εὐχή του.
