Δίλοφο-Κώστας Ντελέζος: Η προσμονή του «κάποτε θα επιστρέψω»

Γιατί τότε καταλαβαίνεις πως η ερήμωση ενός χωριού δεν είναι αριθμοί σε μια απογραφή. Είναι ένα φως που δεν ανάβει πια τα βράδια. Είναι μια πόρτα που δεν ανοίγει.

19 Σεπτεμβρίου 2026

του/της Newsroom

Κοιτάζω το χωριό μου από μακριά. Ψηλά, σκαρφαλωμένο στις πλαγιές του Γουλινά, το Δίλοφο στέκει εκεί αγέρωχο, σαν να μην πέρασε ποτέ ο χρόνος. Κι όμως, πέρασε. Και πέρασε πολύς.

Για τους άλλους μπορεί να είναι ένα μικρό χωριό της Φθιώτιδας. Μερικά σπίτια απλωμένα στην πλαγιά, δρόμοι και σοκάκια που ησυχάζουν όσο περνούν τα χρόνια, λίγες καμινάδες που εξακολουθούν να καπνίζουν τον χειμώνα. Για μένα, όμως, το Δίλοφο δεν είναι ένας τόπος στον χάρτη. Είναι ολόκληρος ο κόσμος των παιδικών μου χρόνων.

Εδώ έζησα μέχρι τα δεκαοκτώ μου. Εδώ πρωτογνώρισα τη ζωή, πριν ακόμη καταλάβω πόσο γρήγορα περνά. Στις γειτονιές και στις αυλές του έπαιξα, εδώ πήγα σχολείο, εδώ έκανα φίλους, εδώ βρίσκονται οι πρώτες εικόνες που κουβαλάει η μνήμη μου. Οι άνθρωποι, οι φωνές, οι μυρωδιές, οι εποχές που άλλαζαν και μαζί τους άλλαζε το χρώμα του βουνού και του κάμπου.

Ύστερα ήρθε η στιγμή της φυγής.

Η Αθήνα, οι σπουδές, η δουλειά, η ζωή που άνοιγε μπροστά. Όπως συνέβη σε τόσα παιδιά της ελληνικής επαρχίας, φύγαμε πιστεύοντας ότι κάπου αλλού βρισκόταν το μέλλον μας.

Φύγαμε με μια βαλίτσα στο χέρι και πολλά όνειρα μέσα της.

Μόνο που μέσα στη βαλίτσα δεν χωρούσε το χωριό.

Δεν χωρούσαν οι αυλές όπου παίζαμε παιδιά. Δεν χωρούσαν οι εκκλησιές των παιδικών μας χρόνων, ο σκληρός αγώνας των γονιών μας, οι γνώριμες φωνές, οι άνθρωποι που ήξερες ότι θα συναντήσεις βγαίνοντας από την πόρτα. Δεν χωρούσε εκείνη η παράξενη βεβαιότητα που έχεις όταν είσαι νέος, ότι όλα αυτά θα υπάρχουν για πάντα.

Και κάπως έτσι φύγαμε.

Ο ένας μετά τον άλλον.

Και πίσω μας έμειναν τα σπίτια.

Στην αρχή άδεια για λίγους μήνες. Ύστερα για έναν χειμώνα. Μετά για χρόνια. Τα παντζούρια έκλεισαν, οι αυλές χορτάριασαν, οι φωνές λιγόστεψαν. Εκεί όπου κάποτε ακούγονταν παιδιά, σήμερα πολλές φορές ακούγεται μόνο ο αέρας που κατεβαίνει από τον Γουλινά.

Αυτό πονά περισσότερο όταν επιστρέφεις.

Γιατί τότε καταλαβαίνεις πως η ερήμωση ενός χωριού δεν είναι αριθμοί σε μια απογραφή. Είναι ένα φως που δεν ανάβει πια τα βράδια. Είναι μια πόρτα που δεν ανοίγει. Είναι μια αυλή χωρίς ανθρώπους. Ένα παράθυρο πίσω από το οποίο δεν περιμένει κανείς.

Είναι η απουσία.

Κι όμως, θέλω να πιστεύω πως το Δίλοφο δεν πέθανε.

Περιμένει.

Τα σπίτια του περιμένουν εκείνους που έφυγαν. Περιμένουν ένα χέρι να γυρίσει ξανά το παλιό κλειδί στην πόρτα. Ένα παράθυρο να ανοίξει ύστερα από χρόνια. Ένα φως να ανάψει μέσα στη νύχτα. Μια γνώριμη ανθρώπινη φωνή να σπάσει τη σιωπή.

Γιατί κάθε κλειστό σπίτι στο Δίλοφο κρύβει μέσα του μια ολόκληρη ζωή.

Ένα τραπέζι γύρω από το οποίο κάποτε καθόταν μια οικογένεια. Ένα δωμάτιο όπου κοιμήθηκε ένα παιδί που σήμερα έχει ασπρίσει. Μια αυλή όπου κάποτε ακούστηκαν γέλια. Έναν πατέρα και μια μάνα που περίμεναν τα παιδιά τους να γυρίσουν.

Ίσως γι’ αυτό, όσο περνούν τα χρόνια, η επιστροφή γίνεται μέσα μου όλο και πιο δυνατή.

Όταν είσαι νέος, θέλεις να φύγεις. Να γνωρίσεις τον κόσμο, να δοκιμάσεις τις δυνάμεις σου, να ανοίξεις δρόμους.

Όταν μεγαλώνεις, αρχίζεις να κοιτάζεις προς τα πίσω.

Όχι γιατί αρνείσαι τη ζωή που έζησες. Αλλά γιατί κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι όσο μακριά κι αν πήγες, ένας δρόμος παρέμεινε πάντοτε ανοιχτός μέσα σου: εκείνος που οδηγεί στο σπίτι.

Στο Δίλοφο.

Και υπάρχει πάντα αυτή η σκέψη. Μια υπόσχεση που δεν ξέρω αν την έδωσα στο χωριό ή στον ίδιο μου τον εαυτό:

«Κάποτε θα επιστρέψω».

Όχι για μια Κυριακή. Όχι για ένα καλοκαίρι. Όχι για λίγες ημέρες, πριν ξανακλείσω την πόρτα και φύγω.

Να επιστρέψω πραγματικά.

Να ξυπνήσω ένα πρωί και να ξέρω ότι δεν χρειάζεται να κοιτάζω το ρολόι της αναχώρησης. Να δω πάλι τον Γουλινά απέναντί μου. Να περπατήσω στα γνώριμα μέρη χωρίς να αισθάνομαι επισκέπτης στον ίδιο μου τον τόπο.

Ίσως αυτή να είναι τελικά η μεγάλη προσμονή όλων όσοι φύγαμε.

Να μπορέσουμε κάποτε να γυρίσουμε εκεί όπου όλα ξεκίνησαν.

Γιατί υπάρχουν τόποι που τους εγκαταλείπουμε, αλλά εκείνοι δεν μας εγκαταλείπουν ποτέ.

Μένουν μέσα μας σιωπηλοί και υπομονετικοί. Μας ακολουθούν στις πόλεις, στις δουλειές, στις χαρές και στις δυσκολίες μας. Και όσο περνούν τα χρόνια, αντί να ξεθωριάζουν, γίνονται πιο καθαροί.

Γι’ αυτό, κάθε φορά που κοιτάζω από μακριά το Δίλοφο, νιώθω πως τα κλειστά σπίτια του δεν είναι πραγματικά άδεια.

Μέσα τους κατοικούν ακόμη οι ζωές μας.

Και κάθε σφαλιστή πόρτα μοιάζει να μου ψιθυρίζει:

«Μη με ξεχάσεις… Εδώ μεγάλωσες. Εδώ αγάπησες. Εδώ ονειρεύτηκες. Εδώ ήσουν κάποτε παιδί».

Κι εγώ, όσο κι αν περνούν τα χρόνια, της δίνω πάντα την ίδια απάντηση:

«Δεν σε ξέχασα. Κάποτε θα επιστρέψω…»

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ