Η βόρεια Εύβοια, η τσιτσανόπιτα και ο «Γαστρονόμος»

Το τεύχος αυτό του «Γαστρονόμου», της επόμενης Κυριακής 10 Οκτωβρίου, αφιερωμένο από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα του στη βόρεια Εύβοια

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Κόβει δύο γενναιόδωρες κομμάτες τσιτσανόπιτα –τι απίθανο όνομα– και τις προσφέρει στη δημοσιογράφο Βιβή Κωνσταντινίδου και στον φωτογράφο Αλέξανδρο Αντωνιάδη. Η τσιτσανόπιτα είναι μια αφράτη τυρόπιτα χωρίς φύλλο, κάτι μεταξύ ομελέτας φούρνου και ζυμαρόπιτας. Τη σερβίρουν με σταφύλια, ένας σπαρταριστός συνδυασμός, από αυτούς που κρύβει στο μανίκι της η αγροτική κουζίνα μας βγάζοντας τη γλώσσα στο αλαζονικό γκουρμέ. Τους δίνει την παλιά φαμελίτικη συνταγή, με κάθε λεπτομέρεια, περήφανη φορέας της τοπικής αλήθειας.

Είναι στο μπαλκόνι του σπιτιού της, το τραπέζι στρωμένο με καθαρό μουσαμά, η ίδια χαμογελάει φιλόξενα. Και λίγο πικρά. Πίσω της, δυστοπικό φόντο, ένας άραχλος λόφος. Πριν από λίγο καιρό το μπαλκόνι του σπιτιού της έβλεπε δάσος. Τα Ελληνικά στη βόρεια Εύβοια ήταν ένα καταπράσινο χωριό. Η φωτιά του Αυγούστου έφτασε, λέει, μετά τα μεσάνυχτα. Οι κάτοικοι του χωριού έβαλαν τα παιδιά και τους γέρους τους σε αυτοκίνητα, με κουβέρτες και φαγητό, και τους έστειλαν στην παραλία, για ασφάλεια. Οι υπόλοιποι γύρισαν πίσω για να σώσουν τα σπίτια τους.

Σερβίρει τα κομμάτια της πίτας, φέρνει και το σταφύλι, κόκκινο. Πίσω της, το κρανίο του βουνού. Τη λένε Αναστασία Χριστοδούλου. Δεν μπορεί να το χωνέψει πως χάθηκε το δάσος και η δροσιά του. Το στιγμιότυπο είναι αποτυπωμένο σε φωτογραφία. Μια πινέζα μαύρης μνήμης εν τόπω και εν χρόνω. Θα μείνει αυτή η φωτογραφία. Σου καίει το μυαλό αυτό που βλέπεις. Η ζωή δίπλα στην καταστροφή. Συνεχίζεται. Σάμπως και τι άλλο μπορεί να κάνει;

Η Αναστασία Χριστοδούλου σερβίρει την πίτα, φέρνει και το σταφύλι, κόκκινο. Πίσω της, το κρανίο του βουνού. Φωτ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω κείμενα, λεζάντες, χάρτες, στιγμές, διαβάζω τις φωτογραφίες, προσπαθούμε να σκηνοθετήσουμε το πιο δύσκολο τεύχος που έχουμε επιχειρήσει ακροβατώντας πάνω στην έγνοια μη γίνουμε μελό, μη γίνουμε καταστροφολογικοί, να φανούμε χρήσιμοι. Το τεύχος αυτό του «Γαστρονόμου», της επόμενης Κυριακής 10 Οκτωβρίου, αφιερωμένο από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα του στη βόρεια Εύβοια, πρέπει να είναι χρήσιμο. Ευτυχώς, δεν μας αφήνει το ρεπορτάζ να παρεκκλίνουμε. Επικεντρωνόμαστε στο αρχικό σχέδιο: να μάθουμε τον τόπο βαθιά, στην παραγωγική και στη γαστρονομική του λεπτομέρεια. Πιστεύουμε πως ίσως είναι ο μοναδικός τρόπος εμείς, ως πολίτες, να στηρίξουμε εμπράκτως τους πληγέντες που ως επί το πλείστον είναι αγρότες. Είναι μια γνώση πολύτιμη, που μας στερεώνει στον συλλογικό βίο και τροφοδοτεί την ενσυναίσθηση, την κοινωνία: είμαστε κρίκοι μιας αλυσίδας. Αν η ταβέρνα του παραθεριστικού χωριού της Εύβοιας έχει λιγότερο κόσμο του χρόνου το καλοκαίρι, ο φετάς και ο συκάς της περιοχής που δεν έχουν πληγεί άμεσα, θα πληγωθούν κι αυτοί. Μια αλυσίδα.

Η Βιβή επέστρεψε έχοντας γνωρίσει κοντά 20 παραγωγούς. Περήφανους, πεισμωμένους, πυρίμαχους. Και κάμποσους μαγείρους, σε σπίτια και ταβέρνες. Μάζεψε μια αγκαλιά εξαιρετικά προϊόντα που αξίζει όλοι να γνωρίσουμε και να βάλουμε στην κουζίνα μας και στα πιάτα μας. Δεν προέρχονται όλα από τις πληγείσες περιοχές, όμως η αγροτική παραγωγή είναι μια αλυσίδα που δένει τους γειτονικούς τόπους με φανερούς και αφανείς τρόπους. Μια αλυσίδα.

Αλλά και μαγειρικές. Η μαγειρική σε δένει με έναν τόπο, τον βάζει για τα καλά στην καρδιά σου. Το φαγητό είναι βίωμα, δεν νικιέται με τίποτα.

Με την ελπίδα ο περιβαλλοντικός και αγροτικός μαρασμός της περιοχής να ανασχεθεί με ένα στέρεο πολιτικό σχέδιο ευφυούς βιωσιμότητας, εμείς θα ψήνουμε τσιτσανόπιτες με τη συνταγή της κυρίας Αναστασίας. Και θα δίνουμε στα παιδιά μας να μασουλάνε σύκα στο διάλειμμά τους στο σχολείο. Της μικρής μας της αρέσουν πολύ να ξέρετε.

ΠΗΓΗ : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Κόβει δύο γενναιόδωρες κομμάτες τσιτσανόπιτα –τι απίθανο όνομα– και τις προσφέρει στη δημοσιογράφο Βιβή Κωνσταντινίδου και στον φωτογράφο Αλέξανδρο Αντωνιάδη. Η τσιτσανόπιτα είναι μια αφράτη τυρόπιτα χωρίς φύλλο, κάτι μεταξύ ομελέτας φούρνου και ζυμαρόπιτας. Τη σερβίρουν με σταφύλια, ένας σπαρταριστός συνδυασμός, από αυτούς που κρύβει στο μανίκι της η αγροτική κουζίνα μας βγάζοντας τη γλώσσα στο αλαζονικό γκουρμέ. Τους δίνει την παλιά φαμελίτικη συνταγή, με κάθε λεπτομέρεια, περήφανη φορέας της τοπικής αλήθειας.

Είναι στο μπαλκόνι του σπιτιού της, το τραπέζι στρωμένο με καθαρό μουσαμά, η ίδια χαμογελάει φιλόξενα. Και λίγο πικρά. Πίσω της, δυστοπικό φόντο, ένας άραχλος λόφος. Πριν από λίγο καιρό το μπαλκόνι του σπιτιού της έβλεπε δάσος. Τα Ελληνικά στη βόρεια Εύβοια ήταν ένα καταπράσινο χωριό. Η φωτιά του Αυγούστου έφτασε, λέει, μετά τα μεσάνυχτα. Οι κάτοικοι του χωριού έβαλαν τα παιδιά και τους γέρους τους σε αυτοκίνητα, με κουβέρτες και φαγητό, και τους έστειλαν στην παραλία, για ασφάλεια. Οι υπόλοιποι γύρισαν πίσω για να σώσουν τα σπίτια τους.

Σερβίρει τα κομμάτια της πίτας, φέρνει και το σταφύλι, κόκκινο. Πίσω της, το κρανίο του βουνού. Τη λένε Αναστασία Χριστοδούλου. Δεν μπορεί να το χωνέψει πως χάθηκε το δάσος και η δροσιά του. Το στιγμιότυπο είναι αποτυπωμένο σε φωτογραφία. Μια πινέζα μαύρης μνήμης εν τόπω και εν χρόνω. Θα μείνει αυτή η φωτογραφία. Σου καίει το μυαλό αυτό που βλέπεις. Η ζωή δίπλα στην καταστροφή. Συνεχίζεται. Σάμπως και τι άλλο μπορεί να κάνει;

Η Αναστασία Χριστοδούλου σερβίρει την πίτα, φέρνει και το σταφύλι, κόκκινο. Πίσω της, το κρανίο του βουνού. Φωτ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω κείμενα, λεζάντες, χάρτες, στιγμές, διαβάζω τις φωτογραφίες, προσπαθούμε να σκηνοθετήσουμε το πιο δύσκολο τεύχος που έχουμε επιχειρήσει ακροβατώντας πάνω στην έγνοια μη γίνουμε μελό, μη γίνουμε καταστροφολογικοί, να φανούμε χρήσιμοι. Το τεύχος αυτό του «Γαστρονόμου», της επόμενης Κυριακής 10 Οκτωβρίου, αφιερωμένο από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα του στη βόρεια Εύβοια, πρέπει να είναι χρήσιμο. Ευτυχώς, δεν μας αφήνει το ρεπορτάζ να παρεκκλίνουμε. Επικεντρωνόμαστε στο αρχικό σχέδιο: να μάθουμε τον τόπο βαθιά, στην παραγωγική και στη γαστρονομική του λεπτομέρεια. Πιστεύουμε πως ίσως είναι ο μοναδικός τρόπος εμείς, ως πολίτες, να στηρίξουμε εμπράκτως τους πληγέντες που ως επί το πλείστον είναι αγρότες. Είναι μια γνώση πολύτιμη, που μας στερεώνει στον συλλογικό βίο και τροφοδοτεί την ενσυναίσθηση, την κοινωνία: είμαστε κρίκοι μιας αλυσίδας. Αν η ταβέρνα του παραθεριστικού χωριού της Εύβοιας έχει λιγότερο κόσμο του χρόνου το καλοκαίρι, ο φετάς και ο συκάς της περιοχής που δεν έχουν πληγεί άμεσα, θα πληγωθούν κι αυτοί. Μια αλυσίδα.

Η Βιβή επέστρεψε έχοντας γνωρίσει κοντά 20 παραγωγούς. Περήφανους, πεισμωμένους, πυρίμαχους. Και κάμποσους μαγείρους, σε σπίτια και ταβέρνες. Μάζεψε μια αγκαλιά εξαιρετικά προϊόντα που αξίζει όλοι να γνωρίσουμε και να βάλουμε στην κουζίνα μας και στα πιάτα μας. Δεν προέρχονται όλα από τις πληγείσες περιοχές, όμως η αγροτική παραγωγή είναι μια αλυσίδα που δένει τους γειτονικούς τόπους με φανερούς και αφανείς τρόπους. Μια αλυσίδα.

Αλλά και μαγειρικές. Η μαγειρική σε δένει με έναν τόπο, τον βάζει για τα καλά στην καρδιά σου. Το φαγητό είναι βίωμα, δεν νικιέται με τίποτα.

Με την ελπίδα ο περιβαλλοντικός και αγροτικός μαρασμός της περιοχής να ανασχεθεί με ένα στέρεο πολιτικό σχέδιο ευφυούς βιωσιμότητας, εμείς θα ψήνουμε τσιτσανόπιτες με τη συνταγή της κυρίας Αναστασίας. Και θα δίνουμε στα παιδιά μας να μασουλάνε σύκα στο διάλειμμά τους στο σχολείο. Της μικρής μας της αρέσουν πολύ να ξέρετε.

ΠΗΓΗ : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ